The sudden death of King Alexander on the 12th October 1920 – Ο ξαφνικός θάνατος του Βασιλέως Αλεξάνδρου Α΄την 12η Οκτωβρίου 1920

Ο Αλέξανδρος ήταν δευτερότοκος γιος του Βασιλέα Κωνσταντίνου Α’ και της Βασιλίσσης Σοφίας. Ανέβηκε στο θρόνο το 1917 μετά την εκδίωξη του πατέρα του και του διαδόχου πρίγκηπα Γεωργίου από τις δυνάμεις της «Αντάντ». Η οικογένεια του δεν τον αναγνώρισε ποτέ ως «Βασιλέα των Ελλήνων», και στον τάφο του στο Τατόι αναγράφεται ως “Αλέξανδρος, βασιλόπαις της Ελλάδος, βασίλεψε αντί του πατρός αυτού”.
Στην τριετή περίοδο της «βασιλείας» του, ο Αλέξανδρος παρέμεινε διακριτικά στο περιθώριο. Για το λόγο αυτό οι σχέσεις του με την Κυβέρνηση Βενιζέλου ήταν εξαιρετικές.

Η πρωτεύουσα του νομού Έβρου, Αλεξανδρούπολις, έχει μετονομασθεί προς τιμήν του νεαρού «βασιλεύοντος». Παλιά ονομαζόταν Δεδέαγατς. Η αλλαγή έγινε τον Ιούλιο 1920 όταν την επισκέφθηκε ο Αλέξανδρος.

Καθώς ο Αλέξανδρος «βασίλευε», ο Κωνσταντίνος με την οικογένεια του διαβίωνε στο Λουκάρνο της Ελβετίας.

Όσα όμως δεν έπραξε ο Αλέξανδρος με τη ζωή του, τα έπραξε και με το παραπάνω με το θάνατο του. Άφησε την τελευταία το πνοή στο Τατόι, από σηψαιμία την οποία υπέστη μετά από δάγκωμα μαϊμούς στο βασιλικό κτήμα την 12η Οκτωβρίου 1920, τις παραμονές των βουλευτικών εκλογών που είχαν προκηρυχθεί για την 25η Οκτωβρίου 1920. Ο θάνατος του προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις στο εύθραυστο πολιτικό σύστημα της Ελλάδος, που κορυφώθηκαν με την επιστροφή του Βασιλέα Κωνσταντίνου στον θρόνο.

Η εφημερίδα «Journal de Geneve» έγραφε την 24η Οκτωβρίου 1920: «Η χηρεία αύτη του Θρόνου, δημιουργουμένη την παραμονήν των εκλογών, θα έχει ως αποτέλεσμα να προκαλέσει οξείαν πολιτικήν κρίσιν, και εκ της κατευθύνσεως ήν θα λάβουν τα γεγονότα κατά τας επόμενας εβδομάδας θα εξαρτηθεί όλον το μέλλον της Ελλάδος.» (Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, 25/10/1920)

venizelos-koyntoyriotis-paraskeyopoylos-stadio-1920.jpg
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Στάδιο στις 14 Σεπτεμβρίου 1920, με τον ναύαρχο Π. Κουντουριώτη και τον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλοn

Πράγματι, μέχρι το ατυχές συμβάν του θανάτου του Αλεξάνδρου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού στην Ελλάδα και τίποτε δεν φαινόταν ότι θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα αυτή. Η Μικρασιατική στρατιωτική επιχείρηση ήταν σε εξέλιξη και η υποστήριξη των συμμάχων (Αγγλία και Γαλλία) ήταν σταθερή.

Με τον θάνατο του Αλεξάνδρου άνοιξε διάπλατα το «Δυναστικό» ζήτημα, που αποτέλεσε και το κεντρικό ζήτημα των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920. Αρχικά οι εκλογές είχαν προκηρυχθεί για την 25η Οκτωβρίου, όμως ο αναπάντεχος θάνατος του Βασιλέα Αλεξάνδρου την 12η Οκτωβρίου (παλαιό ημερολόγιο) οδήγησε στην μετάθεση της ημερομηνίας διεξαγωγής των εκλογών.

Δύο μέρες πριν τον θάνατο του Αλεξάνδρου, την 10η Οκτωβρίου 1920, επέστρεψε στην Ελλάδα ο Αρχηγός των Εθνικοφρόνων, Δημήτριος Γούναρης, που παρέμεινε εξόριστος για τρία χρόνια.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, η Κυβέρνηση εξέδωσε ανακοινωθέν σύμφωνα με το οποίο καλείτο εις τον θρόνο ο μικρότερος αδελφός του Αλεξάνδρου, Παύλος. Με δεδομένη όμως την εμπλοκή των σχέσεων με την βασιλική οικογένεια, θα εκλεγόταν Αντιβασιλέας από την διαλυθείσα (η Βουλή είχε διαλυθεί την 20η Σεπτεμβρίου 1920 και είχαν προκηρυχθεί βουλευτικές εκλογές) Βουλή. Μέχρι τότε τα βασιλικά καθήκοντα θα ασκούσε το Υπουργικό Συμβούλιο.

Η Βουλή εξέλεξε την 15η Οκτωβρίου 1920 Αντιβασιλέα τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και η Κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου αποφάσισε την 8ημέρη καθυστέρηση διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών. Το σχετικό διάταγμα υπεγράφη από τον Αντιβασιλέα την 18η Οκτωβρίου.

gounaris.jpg
Δημήτριος Γούναρης

Σε δηλώσεις του την ίδια ημέρα, 15η Οκτωβρίου, ο Πρωθυπουργός κ. Βενιζέλος ζήτησε από τον «έκπτωτο» πρώην βασιλέα Κωνσταντίνο να αναγνωρίσει τον διάδοχο Παύλο ως βασιλέα και όχι απλά ως εκτελούντα τα καθήκοντα του βασιλέα.

Η κηδεία του Αλεξάνδρου έγινε την 16η Οκτωβρίου 1920.

Την 18η Οκτωβρίου έγινε γνωστό ότι ο Πρεσβευτής της Ελλάδος στη Βέρνη κ. Κέπετζης μετέβη στη Λουκέρνη όπου ευρίσκετο ο πρίγκηπας Παύλος και του επέδωσε επιστολή με την οποία η Ελληνική Κυβέρνηση εξέφρασε τα συλλυπητήρια της για τον θάνατο του Αλεξάνδρου και τον ενημέρωσε ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι ο επόμενος Βασιλέας της Ελλάδος.

Κατά την Κυβέρνηση οι «διαπραγματεύσεις»  σχετικά με την «αναγνώριση» του νέου βασιλέα από τον πατέρα του Κωνσταντίνο θα ελάμβαναν χώρα μετά τις εκλογές.

Είναι προφανές ότι ο Βενιζέλος ήθελε να φέρει τον Κωνσταντίνο προ τετελεσμένου γεγονότος, και να αποτρέψει οιανδήποτε απόπειρα επιστροφής του στον θρόνο.

Η αντιπολίτευση όμως είχε μια ριζικά διαφορετική άποψη.

Σε δηλώσεις του την 18η Οκτωβρίου, ο Δημήτριος Γούναρης ανέφερε ότι ο μόνος αρμόδιος να αποφανθεί επι του βασιλικού θέματος, αν υπάρχει τέτοιο, είναι ο Ελληνικός Λαός.

«Υπαρχούσης περιπτώσεως εκλογής Βασιλέως, είς και μόνον είναι ο αρμόδιος να τον εκλέξει. Ο Ελληνικός Λαός. Και είς μόνον τρόπος δια να ερωτηθεί. Το Δημοψήφισμα.» (Εφημερίδα Σκριπ, 18/10/1920)

Ο πρίγκηπας Παύλος σε δηλώσεις του στην εφημερίδα «Journal de Geneve» την 20η Οκτωβρίου 1920 ανέφερε ότι είναι τελείως αλληλέγγυος με τον πατέρα του και τον διάδοχο Γεώργιο και ότι το «μέλλον έγκειται εις τας χείρας του Ελληνικού Λαού» (Εφημερίδα Σκριπ, 21/10/1920)

Στο μεταξύ η αναβίωση του «Δυναστικού» θέματος στην Ελλάδα προσέλκυσε το ενδιαφέρον των «συμμάχων». Σε ανταπόκριση από το Λονδίνο, η εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» αναφέρει ότι οι «Τάϊμς» του Λονδίνου θεωρούν ότι οι μηχανορραφίες του Κωνσταντίνου για να επανέλθει στον θρόνο θα αποτύχουν, και πλέκει το εγκώμιο του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Στην ομιλία του στην εκλογική συγκέντρωση των Εθνικοφρόνων την 25η Οκτωβρίου 1920, ο Δημήτριος Γούναρης είπε: «Διότι πράγματι ζήτημα Θρόνου δεν υπάρχει. Ο Θρόνος έχει τον νόμιμον αυτού κάτοχον. Βασιλεύς των Ελλήνων είναι ο Κωνσταντίνος … Και πρώτην άσκησιν αυτής (σημείωση: της ελευθερίας μετά την νίκη στις εκλογές) θ’ αποτελέσει το δημοψήφισμα, δι’ ού θ’ αποκαταστήσωμεν εν πληρότητι την Λαϊκήν Κυριαρχίαν.»

Το ενδιαφέρον των συμμάχων κορυφώνεται καθώς πλησιάζει η ημέρα των εκλογών. Σύμφωνα με ανταπόκριση της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ της 28ης Οκτωβρίου 1920, ο «Ημερήσιος Τηλέγραφος του Λονδίνου έγραφε: «Οι οπαδοί της απολυταρχίας και του πρωσισμού προσπαθούν να κατανικήσουν τον κ. Βενιζέλον, όστος εκπροσωπεί την ελευθερίαν, την πρόοδον, και την υγιά εξωτερικήν πολιτικήν… Οι αφοσιωμένοι φίλοι της Ελλάδος ελπίζουν ότι ο λαός θα διατηρήσει εις την εξουσίαν τον κ. Βενιζέλον, τον διαπρεπή πολιτικόν άνδρα , όστις έπραξε τόσα δια την πατρίδα του, διαρκούσης μιας περιόδου πλήρους δυσχερειών, ομοίαν της οποίας δεν δύναται να εύρη τις εις το παρελθόν.»

Οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου έδωσαν συντριπτική νίκη στην Αντιπολίτευση. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος απεχώρησε από την Ελλάδα την 4η Νοεμβρίου επιβαίνων θαλαμηγού με φίλους του όπως ο πρώην Δήμαρχος Αθηναίων Εμμανουήλ Μπενάκης.

Η πτώση του Βενιζέλου άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου στο εξωτερικό μέτωπο της χώρας. Την 8η Νοεμβρίου 1920 η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ σε ανταπόκριση της αναφέρει ότι σύμφωνα με δημοσίευμα της Γαλλικής εφημερίδας «Ματέν» (7/11) άρχισαν κινήσεις για την αμφισβήτηση της Συνθήκης των Σεβρών. Σε άλλη ανταπόκριση από το Λονδίνο, αναφέρεται ότι ο βουλευτής Μύναρ Λώ έθεσε στη Βουλή των Κοινοτήτων το ερώτημα κατά πόσον η επάνοδος του Βασιλέα Κωνσταντίνου στον θρόνο θα γινόταν ανεκτή από τις Κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας.

800px-Constantineiofgreece.jpg
Βασιλέας Κωνσταντίνος Α’

Η νέα Κυβέρνηση που σχηματίσθηκε την 4η Νοεμβρίου 1920, είχε επικεφαλής τον Δημήτριο Ράλλη. Ο Δημήτριος Γούναρης ανέλαβε το Υπουργείο Στρατιωτικών, αλλά ήταν ο πραγματικός Πρωθυπουργός. Την 11η Νοεμβρίου 1920  με διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, η Κυβέρνηση όρισε την 22α Νοεμβρίου 1920 ως ημερομηνία του δημοψηφίσματος «δια τον Βασιλέα Κωνσταντίνον».

Την ίδια ημέρα, 11 Νοεμβρίου 1920, ο Ελευθέριος Βενιζέλος αφήχθη στην Μεσσήνη της Σικελίας. Ο καιρός ήταν πολύ κακός και ο πρώην Πρωθυπουργός ζήτησε από τις ιταλικές αρχές να του παράσχουν αμαξοστοιχία για να μεταβεί στη Ρώμη και από εκεί στη Μασσαλία, όπερ και εγένετο.

Στο μεταξύ πυκνώνουν και οι διαβουλεύσεις των «συμμάχων». Την 14η Νοεμβρίου συναντήθηκαν στο Λονδίνο με θέμα το «ελληνικό ζήτημα» ο Άγγλος Πρωθυπουργός Λόϋντ Τζώρτζ με τον Γάλλο ομόλογο του Λέϋγκ, χωρίς όμως να πάρουν αποφάσεις. Την 16η Νοεμβρίου 1920 ο Λόρδος Κώρζον, Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, δήλωσε ότι η Κυβέρνηση του θα υποστηρίξει την επάνοδο του Κωνσταντίνου στον θρόνο, με ορισμένες εγγυήσεις, και ότι η παρουσία του Βασιλέα θα ενισχύσει και το ηθικό των στρατευμάτων στην Μικρά Ασία.

Σε ανταπόκριση της από το Παρίσι η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ (19/11/1920) αναφέρει ότι σε συνάντηση του Πρωθυπουργού Λέϋγκ με τον Ιταλό Υπουργό Εξωτερικών Κόμη Σφόρτσα, οι δύο πλευρές ευρίσκονται κοντά στην εκτίμηση ότι θα ήταν εφικτή την επιστροφή του Κωνσταντίνου στον θρόνο, αλλά θα πρέπει να ιδωθεί ευνοϊκά το ενδεχόμενο αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών, ειδικά όσον αφορά την εκχώρηση της Θράκης και της Σμύρνης.

Την 22α Νοεμβρίου 1920 (παλαιό ημερολόγιο, με το νέο 5 Δεκεμβρίου) πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα το Δημοψήφισμα για την επιστροφή ή μη του Βασιλέα Κωνσταντίνου Α’ στην Ελλάδα.

Την 11η πρωϊνή της ημέρας του Δημοψηφίσματος, ο Άγγλος Πρεσβευτής Λόρδος Γκράμβιλ επέδωσε Διακλοινωση στον Πρωθυπουργό κ. Ράλλη, που ανέφερε:

«Αι Σύμμαχοι Δυνάμεις καθήκον των θεωρούν να ανακοινώσουν εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν ότι εν περιπτώσει επανόδου του Βασιλέως Κωνσταντίνου θα παύσουν παρέχουσαι εις την Ελλάδα πάσαν οικονομικήν αρωγήν.»

Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικά υπέρ της επιστροφής του Κωνσταντίνου.

Ο Ουίνστων Τσώρτσιλ αναφερόμενος στην Μικρασιατική Καταστροφή που επήλθε το 1922 (και μάλλον αποδίδοντας την στην επάνοδο του βασιλέα Κωνσταντίνου στον θρόνο το 1920) έγραψε ότι «ίσως δεν είναι υπερβολή το να πούμε ότι αυτό το δάγκωμα μιας μαϊμούς κόστισε τη ζωή σε 250,000 χιλιάδες ανθρώπους».