Οι εορτές είναι δύσκολες. Καθώς αίρεται η πίεση της καθημερινότητας ανοίγουν οι πύλες που φέρνουν το παρελθόν και το μέλλον σε μια τυρβώδη ανάμιξη με το παρόν.
Αυτή η ανάμιξη προκαλεί εντάσεις και συγκρούσεις, αρχικά εσωτερικές, και στη συνέχεια – πιθανά – και εξωτερικές. Στο σημείωμα αυτό θα περιοριστώ στις εσωτερικές.
Το παρελθόν σε φέρνει μπροστά – για πολλοστή ίσως φορά – με όσα έκανες, αλλά και – κυρίως – με όσα δεν έκανες. Κι ενώ οι “σοφοί” της καλοζωϊας σου λένε μην μετανιώνεις ποτέ για αυτά που έκανες, δεν μπορεί παρά να αισθανθείς απορία – τουλάχιστον – για κάποιες επιλογές και ενέργειες σου, όχι τόσο για αυτές καθ’ εαυτές, όσο για το τι αυτές φανερώνουν για σένα. Που δεν το έχεις ακόμη βρεί.
Η ζωή είναι μια πορεία στην οποία διαρκώς ανακαλύπτεις πλευρές του εαυτού σου που δεν τις γνωρίζεις, και όλα τα ανερμήνευτα του παρελθόντος σε φέρνουν για μια ακόμη φορά μπροστά στην διαπίστωση ότι ποτέ δεν μάθεις τα πάντα για τον εαυτό σου.
Η εσωτερική γαλήνη δεν μπορεί να επέλθει παρά μόνο όταν συμφιλιωθείς με αυτή την διαπίστωση, πράγμα πολύ δύσκολο.
Μετά έρχεται το μέλλον και κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα.
Οι πόθοι, οι ελπίδες, οι προσδοκίες να κάμεις όλα όσα δεν έχεις προλάβει να κάμεις μπορεί να σε συντρίψουν. Απλά επειδή ποτέ δεν πρόκειται να γίνουν όλα αυτά.
Απλά επειδή ο θάνατος θα σε βρεί φορτωμένο με το “ανεκπλήρωτο”.
Το άλγος και το άγχος και την ένταση που προκαλούν όλα αυτά έρχεται να τιθασεύσει – μερικά αλλά ουσιαστικά – ο Άγγλος ψυχίατρος Ντόναλντ Γουίνικοτ (Donald Winnicott).

(Τα όσα ακολουθούν είναι μια δική μου ερμηνεία)
Στο βάθος όλων βρίσκεται η επιδίωξη της τελειότητας, του πλήρους, του άπαντος. Αυτό ριζώνει μέσα μας από την στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει ο Άλλος (η μητέρα πρώτη, μετά ο πατέρας).
Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε την τελειότητα, το άπαν, το πλήρες, εντυπώνεται μέσα μας από την μητέρα. Μία μητέρα μπορεί να επιδιώκει την τελειότητα, το άπαν, το πλήρες, και να εμφυσα κάτι αντίστοιχο στο παιδί της. Μια άλλη όμως μπορεί να αρκείται στο να είναι κάπου κοντά, χωρίς όμως να φτάνει ποτέ στην τελειότητα, το άπαν, το πλήρες.
Ο Γουίνικοτ ονόμασε την μητέρα αυτή “αρκετά καλή” (good enough}, και την πρόβαλε ως πρότυπο μητρικής συμπεριφοράς.
Η “αρκετά καλή” μητέρα δεν διστάζει να σφάλει μπροστά στο παιδί της, και να το αναγνωρίζει, δεν διστάζει να μην αναμένει το τέλειο από το παιδί της, και δεν το εξοντώνει όταν εκείνο κάνει ένα λάθος. Το μαθαίνει πως να αναλαμβάνει τις δυνάμεις του ξανά και να συνεχίζει.
Δανείζομαι λοιπόν από τον Γουίνικοτ το “αρκετά καλή” και το κάνω “”αρκετά καλό” αναφερόμενος στο παιδί και μετά στον ενήλικα.
Ο “αρκετά καλός” ενήλικας μπορεί να διαχειριστεί τα άγχη, τις συγκρούσεις, τις εντάσεις που προκαλεί η θυελλώδης εισβολή του παρελθόντος και του μέλλοντος στην ζωή του τις ημέρες των εορτών, επειδή μπορεί να αποδεχθεί ότι παρόλον ότι δεν θα μπορέσει να μάθει ποτέ τα “πάντα” για τον εαυτό του, έχει μάθει ήδη αρκετά και κάθε μέρα μαθαίνει όλο και περισσότερα.
Όσο για το μέλλον, για όλα τα ανεκπλήρωτα όνειρα, τους πόθους, τις ελπίδες, τις επιθυμίες, ο “αρκετά καλός” ενήλικας δεν λυγίζει από το ότι ουδέποτε θα εκπληρωθούν και ευοδωθούν “όλες”, είναι όμως ευχαριστημένος επειδή ξέρει ότι έχουν ήδη ευοδωθεί αρκετές και δεν προσδοκεί στο “όλον”, αλλά εκείνο που θα καταφέρει στις μέρες που του απομένουν.
Έτσι τις ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, κάνω ένα πνευματικό μνημόσυνο στον Ντόναλντ Γουίνικοτ, για την πολύτιμη γνώση με την οποία με έχει οπλίσει, και με την οποία καταφέρνω να ζω καλύτερα.
