Οι Δηλώσεις των Συμμάχων για την Αλβανία το Δεκέμβριο 1942 και η παραίτηση που δεν έγινε όταν έπρεπε

Νίκος Μορόπουλος, Σεπτέμβριος 2020

Εισαγωγή

Τον Δεκέμβριο 1942, μεσούντος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, οι τρείς μεγάλες Συμμαχικές χώρες, ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Σοβιετική Ένωση, έκαναν και οι τρείς συντονισμένες δηλώσεις που αφορούσαν την Αλβανία.
Στις 10 Δεκεμβρίου 1942, ο Υπουργός Εξωτερικών ΗΠΑ Cordell Hull με δήλωση στον τύπο, αναγνωρίζοντας την αυξανόμενη αντίσταση στην Αλβανία κατά των δυνάμεων του Άξονα, επιβεβαίωσε ότι η πολιτική των ΗΠΑ δεν αναγνωρίζει την προσάρτηση της Αλβανίας από την Ιταλία και ζήτησε την επαναφορά σε ένα καθεστώς ελευθερίας.
Στις 17 Δεκεμβρίου 1942, μετά από ερώτηση που τέθηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων σχετικά με την πολιτική της βρετανικής κυβέρνησης προς την Αλβανία, ο Υπουργός Εξωτερικών Eden ανέφερε μεταξύ άλλων:
‘Η Κυβέρνηση επιθυμεί να δεί την Αλβανία ελεύθερη από τον ιταλικό ζυγό και ξανά ανεξάρτητη. Ο τύπος του καθεστώτος και της Κυβέρνησης θα πρέπει να αποφασισθεί από τον Αλβανικό λαό στο τέλος του πολέμου. Αυτό που είπα δεν προκαθορίζει τη θέση της Αλβανίας σε μελλοντικές ρυθμίσεις που μπορεί να γίνουν με τις διάφορες Βαλκανικές χώρες. Η Κυβέρνηση θεωρεί ότι τα σύνορα της Αλβανίας μετά τον πόλεμο θα πρέπει να συζητηθούν στις διαπραγματεύσεις ειρήνευσης.’
(HC Deb 17 December 1942 vol 385 cc2114-5W).
Παρόμοια δήλωση έκανε στις 18 Δεκεμβρίου 1942 η Σοβιετική Ένωση, χωρίς όμως να αναφερθεί στα μελλοντικά σύνορα της Αλβανίας.
Η δήλωση της Αγγλίας προκάλεσε την αντίδραση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, αντιπρόεδρου και υπουργού εθνικής αμύνης στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Κάϊρο, ενώ ο Πρωθυπουργός Τσουδερός και ο Βασιλέας Γεώργιος Β’ δεν αντέδρασαν καθόλου.
Το σημείωμα αυτό αναφέρεται στην αντίδραση του Κανελλόπουλου και την κύρια επίπτωση της, που ήταν η παραίτηση του, που όμως έγινε σε λάθος στιγμή.
Στην αρχή θα κάνω μια συνοπτική αναφορά στη θέμα της Βορείου Ηπείρου, και στη συνέχεια μια σύντομη αναδρομή στην πολιτική της Αγγλίας προς την Ιταλία και την Αλβανία μέχρι το 1939. Θα συνεχίσω με την αντίδραση του Κανελλόπουλου, την μετάβαση του στο Λονδίνο, και θα κλείσω με την άδοξη παραίτηση στην οποία οδηγήθηκε λίγο αργότερα.


Το θέμα της Βορείου Ηπείρου

Όταν άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, υπήρχαν τρία ανοιχτά εθνικά ζητήματα στην Ελλάδα.
Το Κυπριακό, τα Δωδεκάνησα, και η Βόρεια Ήπειρος.
Η εξόριστη κυβέρνηση με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχε στην ατζέντα της τα θέματα αυτά. Στην ενότητα αυτή θα κάνω μια σύντομη ιστορική αναδρομή στο πως δημιουργήθηκε το θέμα της Βορείου Ηπείρου (7).
Η Αλβανία διεκήρυξε την ανεξαρτησία της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία την 28η Νοεμβρίου 1912. Στις 29 Ιουλίου/11 Αυγούστου 1913 υπογράφηκε στο Λονδίνο μεταξύ των έξι Μεγάλων Δυνάμεων το Πρωτόκολλο «Ανεξαρτησίας και Οργανισμού της Αλβανίας», το οποίο καθιστούσε την Αλβανία αυτόνομη ηγεμονία, κυρίαρχη και κληρονομική, χωρίς κανένα δεσμό επικυριαρχίας με την Πύλη. Το θέμα της Βορείου Ηπείρου δημιουργήθηκε το 1913 με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας που καθόρισε την ελληνοαλβανική συνοριακή γραμμή, η οποία αποτελεί έως και σήμερα την ελληνοαλβανική μεθόριο.
Ο όρος «Βόρεια Ήπειρος» προέκυψε τότε, καθώς μέχρι την ίδρυση του κράτους της Αλβανίας και τον καθορισμό των συνόρων η Ήπειρος ήταν μία ενιαία γεωγραφική ενότητα.
Στις 14 Ιανουαρίου 1914 οι Μεγάλες Δυνάμεις δέχθηκαν κατόπιν μικρών τροποποιήσεων την πρόταση του Άγγλου υπουργού Εξωτερικών Grey, η οποία έδινε τα νησιά του Αιγαίου, εκτός της Ίμβρου και της Τενέδου, στην Ελλάδα με αντάλλαγμα η τελευταία να συναινέσει στην απώλεια της Βόρειας Ηπείρου. Το τελικό κείμενο των αποφάσεών τους οι Μεγάλες Δυνάμεις το κοινοποίησαν στις 31 Ιανουαρίου/13 Φεβρουαρίου 1914, μέσω των πρέσβεων τους στην Αθήνα, στην ελληνική κυβέρνηση με τη μορφή συλλογικής διακοίνωσης.
Η κυβέρνηση Βενιζέλου, συμμορφούμενη προς τις αποφάσεις των Δυνάμεων, έδωσε διαταγή για την εκκένωση της Βόρειας Ηπείρου. Στις 17 Φεβρουαρίου 1914 ο υποστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας, ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης, μετέβη από τα Ιωάννινα στην Κορυτσά, όπου μαζί με τον τοπικό διοικητή, συνταγματάρχη Αλέξανδρο Κοντούλη, ανέλαβαν την παράδοση της Κορυτσάς και της Ερσέκας στους Αλβανούς, ενώ ακολούθησε η παράδοση της Κολώνιας.

Άντονυ Ήντεν, Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών

Η Βρετανική Πολιτική στο Αλβανικό μέχρι το 1939

Στις 2 Ιανουαρίου 1937 η Αγγλία με πρωθυπουργό τον Στάνλεϊ Μπάλντουϊν (Stanley Baldwin) και η Ιταλία του Μπενίτο Μουσολίνι (Benito Mussolini) υπογράφουν «Συμφωνία Κυρίων», με στόχο τη βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών.
Στις 28 Μαΐου 1937 ο Νέβιλ Τσάμπερλεϊν (Neville Chamberlain) διαδέχεται τον Στάνλεϊ Μπάλντουϊν στην πρωθυπουργία.
Την 11η Δεκεμβρίου 1937 η Ιταλία ανακοινώνει την αποχώρηση της από την Κοινωνία των Εθνών.
Την 21η Φεβρουαρίου 1938 ο Τσάμπερλεϊν ανακοινώνει την πρόθεση της Κυβέρνησης να αρχίσει διαπραγματεύσεις προκειμένου να καταλήξει σε συμφωνία με την Ιταλία. Επικεφαλής της αγγλικής αντιπροσωπείας ήταν ο Λόρδος Πέρθ (Lord Perth), και της ιταλικής ο Κόμης Τσιάνο (Count Ciano), υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας.
Η Αγγλο-Ιταλική συμφωνία υπογράφτηκε στη Ρώμη την 16η Απριλίου 1938 και τέθηκε σε ισχύ το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου.
Η Ιταλία προσάρτησε την Αλβανία μετά από εισβολή τον Απρίλιο 1939. Ο Βασιλέας Ζόγκ Ι εξορίστηκε, και η Αλβανία έγινε προτεκτοράτο της Ιταλίας. Η Αγγλο-Ιταλική Συμφωνία παρέμεινε ισχυρή, παρόλη την παραβίαση της από την προσάρτηση της Αλβανίας, αφού ανάμεσα σε άλλα, προέβλεπε ότι η Ιταλία θα διατηρούσε την υπάρχουσα κατάσταση (status quo) όσον αφορά την εθνική αυτοτέλεια των περιοχών της Μεσογείου.
Την 3η Σεπτεμβρίου 1939 η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο στην Γερμανία δύο μέρες μετά την εισβολή της τελευταίας στην Πολωνία, Παρόλα αυτά, η Μεγάλη Βρετανία αναγνώρισε εκ των πραγμάτων την προσάρτηση της Αλβανίας την 31η Οκτωβρίου 1939, όταν απαντώντας σε ερώτηση στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο Πρωθυπουργός Τσάμπερλεϊν ανέφερε:
‘Προτείνουμε να ορίσουμε τον κ. Γκράφτυ – Σμιθ (Grafftey-Smith) ως Γενικό Πρόξενο της Αυτού Μεγαλειότητας στο Δυρράχιο, σε αντικατάσταση του Σερ Άντριου Ράϊαν (Sir Andrew Ryan).’ (6)
Η πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας να καλοπιάνει τον Μουσολίνι κατέληξε άδοξα σε πλήρη αποτυχία, αν όχι και προσβολή την 10η Ιουνίου 1940, όταν ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας ανακοίνωσε ότι η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην Μεγάλη Βρετανία και την Γαλλία τα μεσάνυκτα της ίδιας μέρας.

Λονδίνο, 22 Οκτωβρίου 1942. Ο Γεώργιος Β’ και, δεξιά του, ο πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης, Εμμανουήλ Τσουδερός. Τέταρτος από αριστερά, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και δίπλα του ο πρωθυπουργός της Νότιας Αφρικής στρατάρχης Γιαν Σματς

Οι αντιδράσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης

Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς, όπως έκανε ο Γιώργος Σεφέρης, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στο Κάϊρο, Γενικός Διευθυντής Τύπου Μέσης Ανατολής, ότι οι δηλώσεις έγιναν με στόχο την ενίσχυση της αντιστασιακής δράσης κατά των δυνάμεων του Άξονα μέσα στην Αλβανία.
‘Οι σύμμαχοι έχουν ανάγκη να βγάλουν οι Αρβανίτες αντάρτες στα βουνά. Σύμφωνοι. Δεν ξεχνώ την πολεμική προσπάθεια, όπως έλεγα τις προάλλες στον Burrows (σημείωση δική μου: πρόκειται για αξιωματούχο της Βρετανικής Πρεσβείας στο Κάϊρο). Αν ρωτούσαν ωστόσο έναν οποιονδήποτε Έλληνα ή και Ιταλό ακόμη που υπηρέτησε στην Αλβανία, θα τους έλεγε πως οι Αρβανίτες ξεσηκώνουνται πολύ πιο εύκολα με λίγα ναπολεόνια, παρά με ακατανόητες γι΄ αυτούς φράσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων.’ (2, σελ. 71)
Υπενθυμίζω ότι ο Σεφέρης είχε υπηρετήσει ως πρόξενος στην Κορυτσά της Αλβανίας στο χρονικό διάστημα 1936-1938, και ήξερε καλά τη νοοτροπία των Αλβανών.

Εμμανουήλ Τσουδερός

Ο Πρωθυπουργός της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης Εμμανουήλ Τσουδερός, βρισκόταν εκείνη την εποχή στο Λονδίνο, μαζί με τον Βασιλέα Γεώργιο Β’. Ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Τσουδερού και υπουργός εθνικής αμύνης Παναγιώτης Κανελλόπουλος, είχε την έδρα του στο Κάϊρο της Αιγύπτου, όπου και ενημερώθηκε για την πρόθεση του Eden να κάνει γραπτή δήλωση στην Βουλή των Κοινοτήτων την 14η Δεκεμβρίου, από τηλεγράφημα του Τσουδερού.
Ο Κανελλόπουλος στο Ημερολόγιο του σχολιάζει την τοποθέτηση του Τσουδερού:
‘Ποια είναι τάχα η ενέργεια του; Αντί να εξεγερθεί και να πάει στο ΦόρεΙν Όφις με την πρόθεση να ματαιώσει τη δήλωση απειλώντας με παραίτηση, μου τηλεγραφεί ότι η αντίδραση ή αντίρρηση μας θα παρεξηγηθεί από τους Άγγλους και Αμερικανούς, ότι η δήλωση είναι τέτοια που δεν κλείνει την πόρτα για μελλοντικές διαπραγματεύσεις και ότι είναι μάλιστα μια ευκαιρία για να στείλει στο ΦόρεΙν Όφις ένα έγγραφο υπομνηστικό των ελληνικών δικαίων στην Βόρειο Ήπειρο.’ (1, σελ. 241)
Ο Κανελλόπουλος αντέδρασε εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του στους αξιωματούχους των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, και τους Άγγλους, κάτι που ίσως υπερέβη τις αρμοδιότητες του, αφού Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο Τσουδερός και ο Κανελλόπουλος δεν είχε λόγο να απευθυνθεί με την επίσημη ιδιότητα του στους Άγγλους, ούτε και να εμπλέξει τις ένοπλες δυνάμεις. Απείλησε δε ότι αν δεν ικανοποιηθεί από την στάση των Άγγλων, θα παραιτηθεί.
Στο ημερολόγιο του ο Τσουδερός θεωρεί ότι η στάση του Κανελλόπουλου οφείλεται στις προεδρικές του φιλοδοξίες, και βεβαιώνεται ότι έχει την υποστήριξη του Ήντεν, ενώ ο Κανελλόπουλος θεωρεί ότι έχει την υποστήριξη των Αγγλικών Υπηρεσιών στο Κάϊρο. (4, σελ. 278)
Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Τσουδερός στο τηλεγράφημα του της 14ης Δεκεμβρίου προς τον Κανελλόπουλο δεν αναφέρεται στη δήλωση του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών Cordell Hull, παρόλον ότι έδωσε οδηγίες στον Έλληνα Πρέσβη στην Ουάσιγκτον να επιδώσει μνημόνιο στο Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Το μνημόνιο της Ελληνικής Κυβέρνησης επιδόθηκε την 21η Δεκεμβρίου 1942, και αναφέρει χαρακτηριστικά:
‘Για ιστορικούς και γεωγραφικούς λόγους όπως και για λόγους δικαίου και ασφαλείας που είναι ήδη ενσωματωμένοι στις διεθνείς συμφωνίες και επειδή στα μέρη αυτά ο Ελληνικός Στρατός κατέκτησε θριαμβευτικές νίκες με πολύ αίμα, η Βόρειος Ήπειρος ανήκει στην Ελλάδα…. Το θέμα της Βορείου Ηπείρου είναι τόσο σημαντικό για το Έθνος, που η Ελληνική Κυβέρνηση αισθάνεται υποχρεωμένη να δηλώσει κατηγορηματικά ότι ο Ελληνικός Λαός, περισσότερο τώρα από ποτέ, δεν θα αποδεχθεί οποιαδήποτε συμφωνία παραγνωρίζει τα δικαιώματα του.’ (Foreign Relations, 1942, Volume II, page 828)
Στην ουσία δηλαδή, στο μνημόνιο του προς τους Αμερικανούς, ο Τσουδερός είχε πλήρως υιοθετήσει την άποψη Κανελλοπούλου, μόνο που δεν το ανακοίνωσε στον Κανελλόπουλο, και τον άφησε να εκτεθεί στους Άγγλους ως – στην καλύτερη περίπτωση – ‘ακραίος και υπερβολικός’.
Οι Άγγλοι προσπάθησαν να εκτονώσουν την κατάσταση, κερδίζοντας χρόνο.
Σε συνάντηση του με τον Αναπληρωτή Υπουργό Λόρδο Μόϊν (Deputy Resident Minister of State Lord Moyne) στο Κάϊρο την 17 Δεκεμβρίου, ο Κανελλόπουλος ενημερώνεται ότι ο Ήντεν προσέθεσε στη δήλωση του μια πρόταση που αφήνει εκκρεμές το θέμα των συνόρων, και ελπίζει ότι μετά από αυτό ο Κανελλόπουλος θα επιδοκιμάσει την οδό που ακολουθεί στο ζήτημα τούτο η Μεγάλη Βρετανία.
‘Στα πλαίσια της προηγούμενης επεξήγησης και της τροποποίησης της προτεινόμενης δήλωσης, Ο κ. Ήντεν ελπίζει ότι ο κ. Κανελλόπουλος, αναθεωρώντας, θα κατανοήσει και εγκρίνει την προσέγγιση της Κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητος.’ (1, σε. 248)
Έτσι, ενώ η δήλωση του Eden ήταν προγραμματισμένη για την 16η Δεκεμβρίου, έγινε μια μέρα αργότερα, στις 17. Επίσης, ο Eden προσέθεσε στη δήλωση του την πρόταση για τα μελλοντικά σύνορα, όπως είχε αναφέρει στον Κανελλόπουλο, που κατά την γνώμη του άφηνε ανοικτό το θέμα.
Ο Κανελλόπουλος δεν πείθεται, και ζητά από τον Λόρδο Μόϊν να κάνει δήλωση ο υπουργός Ήντεν ‘που ν΄ αναφέρεται στην εθνική αποκατάσταση όλων των ελληνικών πληθυσμών’, συμπεριλαμβάνοντας την Κύπρο και τα Δωδεκάνησα.
Σε συνάντηση που είχε αργότερα την ίδια μέρα με τον Βρετανό διπλωμάτη Γουώρνερ (Warner), ο Κανελλόπουλος επιμένει στην αναγκαιότητα δήλωσης του Ήντεν σχετικά με την απελευθέρωση όλων των Ελληνικών πληθυσμών, και αναφέρει στο σχετικό τηλεγράφημα που έχει συντάξει ρητά τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο. Ο Κανελλόπουλος εδώ – πολύ σωστά – βλέπει τη συνολική εικόνα των εθνικών θεμάτων της Ελλάδος, και την προβάλει όσο περισσότερο μπορεί, συνδέοντας την με την παραμονή του στην κυβέρνηση.
Την 19η Δεκεμβρίου ο Γουώρνερ μεταφέρει στον Κανελλόπουλο την «έντονη συμβουλή» του Λόρδου Μόϊν να μην αποστείλει το τηλεγράφημα που έχει συντάξει στον υπουργό Ήντεν, αλλά να πάει ο ίδιος αμέσως στο Λονδίνο. Στην συζήτηση που ακολούθησε, ο Γουώρνερ ανέφερε στον Κανελλόπουλο ότι:
Όταν έγινε η επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδος, η Ελληνική Κυβέρνηση παρακάλεσε τη βρετανική να γίνει μια δήλωση για τα Δωδεκάνησα. Η δήλωση δεν μπορούσε να γίνει γιατί έφερε επίμονη αντίρρηση η Τουρκία.’ (1, σελ. 251)
Ο Κανελλόπουλος έστειλε το τηλεγράφημα του στον υπουργό Ήντεν παρόλες τις αντίθετες συμβουλές του υφυπουργού Μόϊν. Ίσως η ενέργεια του αυτή οδήγησε το Φόρεϊν Όφις στην αλλαγή στάσης απέναντι στον Κανελλόπουλο, με τελικό αποτέλεσμα την παραίτηση του δύο σχεδόν μήνες μετά.
Την 23η Δεκεμβρίου ο υπουργός Ήντεν αποστέλλει τηλεγράφημα στον Κανελλόπουλο, στο οποίο αναφέρει ότι ‘η Ελλάς έχει θέσει από καιρό ζήτημα Δωδεκανήσου και Κύπρου και ότι μάλιστα εζήτησε να δηλωθεί από την Αγγλία ότι τα νησιά θα δοθούν στην Ελλάδα, αλλά ότι «λόγοι υψηλής πολιτικής» επιβάλουν στην Αγγλία να απόσχει όχι μόνον από κάθε δημόσια δήλωση, μα και από κάθε μυστική υπόσχεση.’ (1, σελ. 258)
Στην συζήτηση που ακολούθησε με τον υφυπουργό Μόϊν και τον διπλωμάτη Γουώρνερ, τονίστηκε στον Κανελλόπουλο ότι ‘καμία υπόσχεση ουσιαστική δεν δόθηκε από την Αγγλία στην Τουρκία (σημείωση δική μου: σε σχέση με τα νησιά) αλλά ότι μονάχα η τακτική του πολέμου επιβάλλει την αποσιώπηση των δύο αυτών προβλημάτων, που θα τεθούν ελεύθερα στο Συνέδριο της Ειρήνης.’ (1, σελ. 259)
Ο Κανελλόπουλος διερωτάται πως είναι δυνατό να δείχνει τόση ευαισθησία η Αγγλία στην Τουρκία (σημείωση δική μου: που παρέμεινε ουδέτερη από την αρχή του πολέμου μέχρι τον Αύγουστο του 1944 οπότε διέκοψε τις διπλωματικές της σχέσεις με τη ναζιστική Γερμανία) για τα θέματα των ελληνικών νησιών, και παραβλέπει τόσο βάναυσα την ελληνική ευαισθησία στο θέμα της Βορείου Ηπείρου, ιδιαίτερα μάλιστα όταν αυτό αφορά μια χώρα όπως η Αλβανία, που δεν είχε καμία ουσιαστική συμμετοχή στον αγώνα κατά των δυνάμεων του Άξονα.
Ο Σεφέρης βλέπει θετικά την ενδεχόμενη παραίτηση Κανελλόπουλου. ‘Στη θέση που βρίσκεται, με τις σημερινές συνθήκες, μου φαίνεται πως μια τέτοια πτώση (παραίτηση) θα τον ωφελήσει πολύ περισσότερο στην πολιτική του καριέρα, παρά να φαγωθεί σιγά – σιγά και να κυλήσει χάμω σαν το σάπιο φρούτο μέσα στη λάσπη της Μέσης Ανατολής.’ (2, σελ. 71)

Η επίσκεψη του Κανελλόπουλου στο Λονδίνο

Τελικά ο Κανελλόπουλος δεν παραιτήθηκε στο Κάϊρο και αποφάσισε να επισκεφθεί το Λονδίνο, για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες, αφού η προηγούμενη επίσκεψη του είχε πραγματοποιηθεί στο διάστημα Οκτώβριος – Νοέμβριος 1942. Η πολιτική πείρα είναι πολλές φορές η καλύτερη ασπίδα όταν κάποιος αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κανελλόπουλος δεν διέθετε αυτή την πείρα, που θα τον απέτρεπε από το να πάει στο Λονδίνο, και θα τον οδηγούσε λίγο μετά σε μια άδοξη παραίτηση.
Ο Κανελλόπουλος βέβαια δεν είναι ο μόνος που έπεσε μόνος του στην χοάνη του Λονδίνου. Ο γνωστός Βρετανός Αξιωματικός Έντι Μάγιερς (Brigadier E.C.W. Myers), που ήταν από το 1942 επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα, μετά την επίσκεψη εκπροσώπων των αντιστασιακών οργανώσεων στο Κάϊρο το καλοκαίρι του 1943, που άναψε φωτιές στη Βρετανική Διπλωματία, προσκλήθηκε και αυτός στο Λονδίνο, όπου συναντήθηκε με τον Τσώρτσιλ και τον Βασιλέα της Αγγλίας, και είχε την εντύπωση ότι όλα πήγαν καλά. Η κατάληξη ήταν η αντικατάσταση του Μάγιερς από τον Κρις Γουντχάουζ.
Ο Κανελλόπουλος έφθασε στο Λονδίνο την 30η Δεκεμβρίου 1942. Η συνάντηση του με τον υπουργό Ήντεν πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της 12ης Ιανουαρίου 1943 και διήρκεσε 45 λεπτά. Και μόνο κρίνοντας από το χρονικό διάστημα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην άφιξη του Κανελλόπουλου στο Λονδίνο μέχρι την συνάντηση του με τον Ήντεν, που υποτίθεται ότι ήταν ο λόγος του ταξιδιού στο Λονδίνο, δεν είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι σε ό,τι αφορά το Φόρεϊν Όφις, ο Κανελλόπουλος ήτανε μια ΄χαμένη υπόθεση΄. Η συνάντηση με τον Ήντεν ήτανε διεκπεραιωτική. Προς αυτή την ερμηνεία δείχνει και η χρονική της διάρκεια: 45 λεπτά. Είναι πολύ πιθανό ότι η απώλεια αγγλικής στήριξης του Κανελλόπουλου είναι αποτέλεσμα παρέμβασης του Τσώρτσιλ, δεν έχω βρει όμως κάποιο σχετικό στοιχείο.
Σε ύστερη στιγμή, ο Σεφέρης αναφέρει ότι ο Νικολαρεϊζης, που υπηρετούσε με τον Σεφέρη στο διπλωματικό σώμα, διηγότανε πως την εποχή των αλβανικών ο Eden είχε πει για τον Κανελλόπουλο: ‘Αυτός ο νέος (this young man) νομίζει πως θ΄ αλλάξω για χατίρι του τη δήλωση μου.’ (2, σελ. 121)
Ο Κανελλόπουλος λίγο πριν επιστρέψει στο Κάϊρο, απηύθυνε από το BBC λόγο προς τον Ελληνικό λαό στις 21 Ιανουαρίου 1943, όπου και τον διαβεβαίωσε ότι τα εθνικά μας θέματα είναι φροντισμένα.

Ο Τσώρτσιλ με τον Ινονού τον Ιανουάριο 1943 στα Άδανα

Λίγο πριν αναχωρήσει για την επιστροφή του στο Κάϊρο, ο Κανελλόπουλος διαβάζει στην εφημερίδα τα νέα για την συνάντηση Τσώρτσιλ – Ινονού στα Άδανα την 30η – 31η Ιανουαρίου 1943: ‘Σήμερα (2 Φεβρουαρίου 1943) οι Times γράφουν ότι συζητήθηκαν στα Άδανα ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα και ειδικώτερα τα ελληνικά νησιά. Είναι ηθικά ασύλληπτο ότι συζητούνται τέτοια ζητήματα χωρίς να μας ειδοποιούν.’ (1, σελ. 334)
Ο Σεφέρης είναι οξύτερος. ‘Οι Άγγλοι δεν μπορούν να μιλήσουν για τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο γιατί έχουν αναλάβει υποχρεώσεις απέναντι στην Τουρκία μηνούσε ο Eden δια του Λόρδου Moyne στον Κανελλόπουλο. Τώρα ο Churchillεπισκέπτεται τον Ισμέτ (Ινονού) χωρίς να λογαριάσει την Ελληνική Κυβέρνηση. … Αναρωτιέται κανείς ποιος εμπνέει περισσότερο σεβασμό: ο Τσολάκογλου στους Γερμανούς, ή η ελεύθερη Ελληνική Βασιλική Κυβέρνηση στους Άγγλους.’ (2, σελ. 94)
Aπό τα Άδανα, καθοδόν προς την Τρίπολη της Λιβύης, ο Τσώρτσιλ επισκέφθηκε την Κύπρο την 31η Ιανουαρίου1943, όπου διαπίστωσε τη συνεισφορά των Κυπρίων στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων εναντίον του Άξονα, και σε δηλώσεις έπλεξε το εγκώμιο της Κύπρου.:
«Όταν τελειώσει αυτός ο πόλεμος, το όνομα της Κύπρου θα περιληφθεί στον κατάλογο εκείνων που τους αξίζει τιμή και δόξα, όχι μόνο από την Βρετανική Κοινοπολιτεία, όχι μόνο από τους λαούς που σήμερα πολεμάνε ενωμένοι, αλλά και από τις μελλοντικές γενεές.»
Ανέφερε επίσης ότι η Ελλάς θα πάρει ανάμεσα στους νικητές μια θέση περήφανη, μια θέση τέτοια που ν’ ανταποκρίνεται στις θυσίες της, και τόνισε ιδιαίτερα, ότι η πλειονότητα των κατοίκων της Κύπρου είναι Έλληνες, που αν και χωρίστηκαν εδώ και αιώνες από τη βυζαντινή αυτοκρατορία «είναι συνυφασμένη με δεσμούς γλώσσας, θρησκείας και παραδόσεων με την Ελλάδα.».(1, σελ. 340).
Την 1η Φεβρουαρίου ο Τσώρτσιλ επιθεώρησε το 4ο Τάγμα Ουσάρων (4th Hussar’s Regiment) και τους ομίλησε. Ακολούθησε γεύμα στην Λέσχη των Αξιωματικών. Ο Τσώρτσιλ αναχώρησε στις 13:30 την ίδια μέρα για τη συνέχεια του ταξιδιού του στην Τρίπολη της Λιβύης.

Επίλογος

Ο Κανελλόπουλος επέστρεψε στο Κάϊρο την 13η Φεβρουαρίου 1943. Εκεί η ατμόσφαιρα είχε διαμορφωθεί αρνητικά για αυτόν.
Ο Σεφέρης αναφέρει «Οι βασιλικοί χλευάζουν ΄Ο Κανελλόπουλος θέλει να τα βάλει με την Αγγλία.’» (2, σελ. 79)
Οι κομμουνιστές είχαν την ίδια άποψη με τον Τσουδερό, ότι δηλαδή:
‘Νόμισε (σημείωση δική μου: ο Κανελλόπουλος) ότι παρουσιάστηκε η κατάλληλη ευκαιρία για να υπονομεύσει τον Τσουδερό και να δημοκοπήσει προς τον ελληνικό λαό. Συγκάλεσε αμέσως «πολεμικό συμβούλιο» στο Κάϊρο. Πήραν μέρος σ΄ αυτό οι δύο υφυπουργοί Ναυτικών και Αεροπορίας, ο μέραρχος Ζυγούρης και ο αρχηγός του στόλου Σακελλαρίου. Συμφώνησαν ότι «στραγγαλίζονται τα εθνικά μας δίκαια!» Ο Κανελλόπουλος έστειλε τηλεγραφική διαμαρτυρία προς τον Ήντεν, επιδιώκοντας έτσι να δείξει στους Άγγλους ότι ο Τσουδερός βρίσκεται σε αντίθεση προς τα αισθήματα του ελληνικού λαού και ότι μόνο αυτός είναι ο γενικός εκπρόσωπος της θέλησης του λαού και του στρατού.’ (3, σελ. 141)
Η ελεγχόμενη και καθοδηγούμενη από στελέχη του ΚΚΕ Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση ΑΣΟ που είχε έδρα το Κάϊρο, πηγαίνει ακόμη παραπέρα. Στο έντυπο της ‘Αντιφασίστας» Ιανουαρίου 1943 μεταβάλλεται σε υπερασπιστή του ‘μικρού γενναίου αλβανικού λαού΄. (4, σελ. 277)
Από τον χορό των εναντιούμενων στον Κανελλόπουλο δεν έλειψαν και οι δημοκρατικοί. Η διαφοροποίηση του Κανελλόπουλου από τον Τσουδερό διαμόρφωσε μια κατάσταση στην οποία ‘οι δημοκρατικοί υποστηρίζουν τώρα περισσότερο τον Τσουδερό παρά τον Κανελλόπουλο. Είτε γιατί θεωρούν τον Κανελλόπουλο επικίνδυνο, είτε γιατί τους ενοχλεί η σύμπραξη του με τον (σημείωση δική μου: αρχηγό του στόλου, και φιλομοναρχικό) Σακελλαρίου.’ (2, σελ. 84).
Λίγες μέρες μετά βρέθηκε μπροστά σε σοβαρά προβλήματα στις ένοπλες δυνάμεις και παραιτήθηκε. Η παραίτηση του έγινε δεκτή από τον Βασιλέα Γεώργιο Β΄ την 9η Μαρτίου 1943. Τον αντικατέστησε ο «δημοκρατικός» Ρούσσος.
Δεν είναι τυχαίο ότι στον ανασχηματισμό που ακολούθησε την παραίτηση του Κανελλόπουλου τον Μάρτιο 1943, ο Σακελλαρίου αντικαταστάθηκε από τον ναύαρχο Αλεξανδρή. Η ειρωνεία της τύχης είναι ότι την 1η Δεκεμβρίου, δηλαδή δύο εβδομάδες πριν την εκδήλωση της «αλβανικής κρίσης», ο Κανελλόπουλος μετέβαινε στην Αλεξάνδρεια, όπου ήταν η έδρα του στόλου, για να λύσει τα ζητήματα του Ναυτικού, και όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: ‘… να δώσω τέρμα στην αυθαίρετη διοίκηση του Σακελλαρίου και του Καββαδία, δηλαδή στην αρχή του να διοικούν οι δυο τους ως παρέα.’ (1, σε. 227)
Το βράδυ της 16ης, Μαρτίου, στο σπίτι του Κανελλόπουλου, ο Σεφέρης συζητά με τον φίλο και συνάδελφο του διπλωμάτη Δημήτρη Νικολαρεϊζη που ανήκε στον κλειστό κύκλο του Τσουδερού. Ο Νικολαρεϊζης αναφέρει στον Σεφέρη ότι ‘Οι Άγγλοι δεν αναμειγνύονται για την ώρα στην εσωτερική μας πολιτική’, και ο Σεφέρης μεταφράζει: ‘για την ώρα ο Τσουδερός έχει καλά χαρτιά.’ (2, σελ. 101)
Δεν θα μπορούσε να πει κανείς κάτι τέτοιο όμως για τον Κανελλόπουλο. Ο Βρετανός υπηρεσιακός Saunders είπε εκείνες τις μέρες στον Σεφέρη: ‘Καλό θα του κάνει του Κανελλόπουλου να ξεκουραστεί λίγο έξω από την πολιτική.’ (2, σελ. 102).
Ο ίδιος ο Κανελλόπουλος βρίσκεται σε απόγνωση, όπως φανερώνει η παρακάτω εγγραφή στο Ημερολόγιο του, με ημερομηνία 27 Μαρτίου 1943.
«Οι κομμουνιστές με συκοφαντούν, οι δημοκρατικοί με πρόδωσαν, ο Τσουδερός μου στήνει παγίδες, οι Άγγλοι μ’ έχουν ουσιαστικά εγκαταλείψει, και οι τεταρτοαυγουστιανοί βασιλόφρονες (αυτοί με το δίκιο τους) με μισούν. Ποτέ πολιτικός δεν βρέθηκε σε δυσκολώτερη θέση από μένα.» (1, σελ. 401)
Ο Σεφέρης ήταν προφητικός όταν έγραφε ότι το καλύτερο για τον Κανελλόπουλο ήταν η παραίτηση και όχι η μετάβαση στο Λονδίνο.

Πηγές

  1. Παναγιώτης Κανελλόπουλος. Ημερολόγιο (31 Μαρτίου 1942 – 4 Ιανουαρίου 1945), Κέδρος 1977.
  2. Γιώργος Σεφέρης, Πολιτικό Ημερολόγιο Α’ 1935 – 1944. Ίκαρος 1981.
  3. Γιώργη Αθανασιάδη, Η Πρώτη Πράξη της Ελληνικής Τραγωδίας. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1994.
  4. Χάγκεν Φλάϊσερ, Στέμμα και Σβάστικα,. Τόμος Α’. Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα.
  5. Hansard, Anglo-Italian Agreement. HC Deb 02 May 1938 vol 335 cc533-669.
  6. Hansard, ALBANIA (BRITISH CONSUL-GENERAL). HC Deb 31 October 1939 vol 352 c1755W.
  7. Σάββας Ιακωβίδης, Το Αυτονομιστικό Κίνημα στη Βόρειο Ήπειρο. Μεταπτυχιακή Εργασία, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2011.