Η βραχύβια διατίμηση στα είδη πρώτης ανάγκης στην Αθήνα του 1921

Σήμερα πάμε εκατό χρόνια πίσω, στην Αθήνα του 1921. Το θέμα μας είναι η βραχύβια διατίμηση στα είδη πρώτης ανάγκης στις αρχές του 1921 στην Αθήνα. Κύρια πηγή των σχετικών ειδήσεων και σχολίων της εποχής αποτέλεσε το ηλεκτρονικό αρχείο της εφημερίδας «ΕΜΠΡΟΣ».

Πριν μπω στο θέμα μου, θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ορισμένα στοιχεία για την Ελλάδα και την Αθήνα του 1921.

Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέστη μεγάλη ήττα, δεν εξελέγη καν βουλευτής, και λίγες μέρες μετά έφυγε από την Ελλάδα. Η νέα Κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Δημήτριο Ράλλη ορκίστηκε από την Αντιβασίλισσα βασιλομήτορα Όλγα την 4η Νοεμβρίου 1920.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της απογραφής πληθυσμού που δημοσιεύθηκαν την 2α Φεβρουαρίου 1921, η Αθήνα είχε πληθυσμό 300.462 και ο Πειραιάς 130.082.

Το 1921 το μεροκάματο ενός αρτεργάτη ανερχόταν σε 16 δραχμές, ενώ η σύνταξη αναπήρου πολέμου κυμαινόταν από 50 έως 200 δραχμές το μήνα και ο μισθός υπουργού ήταν 1,500 δραχμές το μήνα.

Εκτός από την Κεντρική Αγορά της Αθήνας και τα καταστήματα πωλήσεως τροφίμων, στην Αθήνα δεν υπήρχαν άλλες αγορές. Σύμφωνα με είδηση της 17/1/1921, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας «μελετά ενταύθα την λειτουργία εβδομαδιαίας λαϊκής αγοράς … επι τη βάσει συστήματος άριστα λειτουργούντος εις πλείστας πόλεις της Ελβετίας.»

Μονάδα μέτρησης βάρους ήταν η οκά, που αντιστοιχεί σε 1,2829 κιλά. Η οκά διαιρείται σε 400 δράμια. Κάθε  δράμι αντιστοιχεί σε 3,20725 γραμμάρια.

Υπουργός Επισιτισμού ορίστηκε την 24η Ιανουαρίου 1921 ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, στην Κυβέρνηση του Νικόλαου Καλογερόπουλου. Προκάτοχος του στην Κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη που ορκίστηκε αμέσως μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, ήταν ο Νικόλαος Καλογερόπουλος.  

Το Νοέμβριο 1919 η δραχμή ήταν ισχυρό νόμισμα. Η ισοτιμία της προς την λίρα Αγγλίας ήταν 22 δραχμές. Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 η ισοτιμία της δραχμής προς την λίρα Αγγλίας ανήρχετο στις 50 δραχμές. Η υποτίμηση υπερέβη το 50%. Παράλληλα όμως στη διεθνή αγορά σημειώθηκαν σημαντικές πτώσεις τιμών. Έτσι, η τιμή της ζάχαρης έπεσε από 55 δολάρια στα 15. Αυτή η σημαντική μείωση δεν πέρασε στις τιμές του εμπορίου στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα ο λαός να έχει υποστεί μείωση του εισοδήματος του σχεδόν κατά 50%.

Μαζί με τις τιμές των προϊόντων, υπήρχε και θέμα ποιότητος, αφού η νοθεία σε είδη όπως το βούτυρο ήταν διαδεδομένη. Επίσης, υπάρχουν και θέματα επάρκειας για ορισμένα τρόφιμα, και πραγματοποιούνται πολλές κλοπές τροφίμων.

Ο άρτος και το ελαιόλαδο αποτελούν ιδιαίτερα τρόφιμα. Ο μεν άρτος επιδοτείται από το κράτος επειδή τα περισσότερα σιτηρά είναι εισαγόμενα, το δε ελαιόλαδο έχει μεγάλη ζήτηση στην διεθνή αγορά, αλλά δεν επιτρέπεται η εξαγωγή του για να μην παρατηρηθεί έλλειψη στην εγχώρια αγορά.

Η διατίμηση στα είδη πρώτης ανάγκης αποφασίστηκε επί υπουργίας Καλογερόπουλου από την αρμόδια επιτροπή επι των διατιμήσεων του Υπουργείου Επισιτισμού την 9η Ιανουαρίου 1921. Η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ αναφέρει σχετικά: « Απεφασίσθη δε οριστικώς η επιβολή των διατιμήσεων επι των ειδών της πρώτης ανάγκης, ήτοι κρέατος, ιχθύων, γεωμήλων, γάλακτος προς τυροκομίαν  και επι των εστιατορίων. Επι των εστιατορίων και οινομαγειρείων εκρίθη αναγκαία η επιβολή διατιμήσεως διότι οιαδήποτε διατίμησις επι των τροφίμων δεν θα είχεν εφαρμογήν εάν δεν ετίθετο και επι των εστιατορίων άτινα σαρώνουσι κυριολεκτικώς την αγοράν προσφέροντα οιασδήποτε υψωμένας τιμάς εν φανερώ και κρυπτώ.»

Ως προς την εξαγωγή ελαιολάδου, «Το Υπουργείον Επισιτισμού έλαβεν αμετάκλητον απόφασιν όπως μη επιτραπεί η εξαγωγή ελαίου εις το εξωτερικόν εξ ουδεμιάς απολύτως επαρχίας ελαιοπαραγωγού.» (ΕΜΠΡΟΣ 10/1/1921).

Τρεις μέρες αργότερα, την 12η Ιανουαρίου 1921, η αρμόδια επιτροπή αποφάσισε επι των τιμών.

Ο συντάκτης της ΕΜΠΡΟΣ Παύλος Καλαποθάκης σε άρθρο του της 14/1/1921 επικροτεί τις αποφάσεις της επιτροπής «Υποβιβάζει τας τιμάς γενικώς από 25%-35% το οποίον αποτελεί αισθητήν ανακούφισιν δια το κοινόν, αλλά με περιθώριον λογικού πάντοτε και ικανοποιητικού κέρδους δια το εμπόριον.»
Σε δηλώσεις του προς συντάκτη της ΕΜΠΡΟΣ την 12/1/1921, ο Υπουργός Καλογερόπουλος ανέφερε: »Ηναγκάσθην να συγκατατεθώ εις την επιβολήν των διατιμήσεων αφού απεδείχθη αβάσιμος ο ισχυρισμός των υποσχεθέντων μοι επαγγελματιών, ότι δια της απολύτου ελευθερίας του εμπορίου και του συναγωνισμού θα επήρχετο πτώσις των τιμών. Ήδη είμαι αποφασισμένος να φανώ αμείλικτος. Αι νέαι διατιμήσεις θα εφαρμοσθούν αυστηρότατα. Η συνεχής άνοδος των τιμών, εντελώς απαράδεκτος, πρέπει να σταματήσει πλέον. Είναι ανάγκη όμως να μας συντρέξει και το κοινόν εις το έργον μας αυτό.»
Η διατίμηση εφαρμόσθηκε την 21η Ιανουαρίου 1921. Ως προς τα μέτρα για την εφαρμογή τους, η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ γράφει την 21/1/1921: «Απεφασίσθη όπως το μεν Τμήμα της αγοράς αναλάβει το αγορανομικόν τμήμα της Αστυνομίας, τας δε συνοικίας τα συνοικιακά τμήματα έκαστον δια την περιφέρειαν του.» Ενώ αρχικά είχε προβλεφθεί και η συμμετοχή του Στρατού στην εφαρμογή, αυτή ανεβλήθη επειδή δεν υπήρχε η αναγκαία διαθεσιμότητα στρατιωτών.
Η πρώτη ημέρα εφαρμογής ήταν σαν Καθαρά Δευτέρα. Ενώ η ημερήσια κατανάλωση κρέατος στην Αθήνα ανήρχετο σε 20 – 25 χιλιάδες οκάδες, την 21/1/1921 δεν υπήρχαν πάνω από 3 χιλιάδες οκάδες στην αγορά, ο δε αμνός ήτο σχεδόν ανύπαρκτος.
Με την εφαρμογή της διατιμήσεως παρατηρήθηκαν φαινόμενα νοθείας του κρέατος. «Επειδή παρετηρήθη ότι πολλοί κρεοπώλαι κατά την μεταφοράν των σφαγίων εκ των σφαγείων εις την αγοράν ενόθευαν το καλόν κρέας δια της μεθόδου του τεμαχισμού, η αστυνομία υπεχρέωσεν αυτούς όπως μεταφέρουν αυτά εις την αγοράν ακέραια.» (ΕΜΠΡΟΣ, 23/1/1921).
Την 23/1/1921 εκδόθηκε η απόφαση για την διατίμηση των προσφερομένων από τα εστιατόρια, τα ζυθεστιατόρια και τα οινομαγειρεία, με ισχύ από την 25/1/1921. Η απόφαση ορίζει και τη σύνθεση των μερίδων, ενδεικτικά: «Όρνις και κοτόπουλον τουλάχιστον το ¼, απαραιτήτως δε μετά της πτέρυγος ή του ποδός.» Ανάμεσα στα πιάτα διακρίνω: κεφαλάκι ολόκληρον, ροσμπήφ αγγλικό, αγριόπαπια σαλμί, μυαλά, γλώσσα πικάν, εντόσθια φρικασέ, και ομελέτα συκωτάκια. Η απόφαση αφορά όλες τις κατηγορίες καταστημάτων, από πολυτελείας, μέχρι Δ’. Δεν μπορώ να καταλάβω το σκεπτικό της υπαγωγής των εστιατορίων πολυτελείας στο καθεστώς της διατίμησης. Το 1921 υπήρχαν μόνο τέσσερα εστιατόρια πολυτελείας στην Αθήνα. Ο Αβέρωφ, το Διεθνές, των Αθηνών, και της Αθηναϊκής Λέσχης. Ο ιδιοκτήτης του Αβέρωγ Μ. Λεκός αιτήθηκε την μη υπαγωγή του εστιατορίου του στην διατίμηση, όμως η αίτηση του απερρίφθη παμψηφεί από την αρμόδια επιτροπή. (ΕΜΠΡΟΣ 30/1/1921).


Η κατάσταση με το κρέας είναι εκρηκτική. Ο Παύλος Καλαποθάκης γράφει στην στήλη του: «Δι’ όλων των μέσων πρέπει να επιδιωχθεί ο τερματισμός μιας καταστάσεως αφορήτου, τυραννικής, εκβιαστικής. Δεν είναι δίκαιον πλέον να επιτραπεί εις τας επαρχίας το κρέας του αμνού να το τρώγουν 5, 6, 6.50 δραχμάς την οκάν και εις τας Αθήνας 14 και 16 δραχμάς.» (ΕΜΠΡΟΣ 24/1/1921).
Για την εκτόνωση των κερδοσκοπικών φαινομένων στο αρνί και το ερίφιο, με αστυνομική διάταξη της 24/1/1921 απαγορεύτηκε η χρήση αμνών και εριφίων γάλακτος εις τα εστιατόρια και τα οινομαγειρεία από της 24/1/1921 μέχρι της 15/2/1921. Μελετάται επίσης η απαγόρευση σφαγής και πωλήσεως αμνών και εριφίων για ένα μήνα σε όλη την επικράτεια, όπως επίσης και η επίταξις σφαγίων για να αντιμετωπισθεί το μποϋκοτάζ των κρεοπωλών και των ζωεμπόρων.
Η αισχροκέρδεια όμως δεν περιορίζεται στο αρνί και το ερίφιο. Ο Στρατός μετά από διαγωνισμό προμηθεύτηκε πατάτες από την Γαλλία σε τιμή 81 λεπτά η οκά, ελεύθερο εμπόρευμα, την ίδια στιγμή που η καλή πατάτα στην Αθήνα επωλείτο προς 1,60 δραχμές η οκά, η δε σάπια 1,20 δραχμές (ΕΜΠΡΟΣ 26/1/1921).


Ο πρώην υπουργός επισιτισμού Βουρλούμης παροτρύνει τους καταναλωτές να απέχουν από το κρέας. «Ο γονείς μας έτρωγαν δέκα φοράς κατ’ έτος κρέας και ήσαν ευθυμότεροι και υγιέστεροι ημών των κρεοφάγων.» (ΕΜΠΡΟΣ 27/1/1921).
Τις ίδιες ημέρες απαγορεύεται η εξαγωγή τυρού και εξετάζεται η αύξηση της τιμής του άρτου.
Το τυρί επωλείτο σε υψηλές τιμές στο εξωτερικό, οπότε οι κτηνοτρόφοι προτιμούσαν να πωλούν το γάλα στους τυροκόμους σε καλές τιμές και να μη σφάζουν τα ζώα, με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη αμνών και εριφίων στην αγορά.
Το κράτος επιδοτούσε τον άρτο, ο οποίος επωλείτο προς 1.15 δραχμές η οκά, ενώ το κόστος ήτο 2.15 δραχμές, με την τιμή της αγγλικής λίρας να ανέρχεται σε 58 δραχμές. Το μηνιαίο κόστος για το δημόσιο ανήρχετο σε 20 εκατομμύρια δραχμές. (ΕΜΠΡΟΣ 28/1/1921).


Το ζήτημα του άρτου αποτελεί το θέμα άρθρου του Παύλου Καλαποθάκη την 30/1/1921 στο ΕΜΠΡΟΣ. «Εάν το κράτος υφίσταται ζημίαν μεγαλυτέραν ως εκ της υψώσεως του συναλλάγματος, διατί την διαφοράν αυτήν θα κληθεί να καταβάλει ο λαός δια της υπερτιμήσεως του άρτου του; Εκείνο το οποίον δύναται να κάμει το υπουργείον, είναι να υπερτιμήσει γενναίως τα άλευρα τα παρεχόμενα προς παρασκευήν άρτου πολυτελείας, και να καταργήσει πάσαν επ’ αυτού διατίμησιν. Αλλά να μη θίξει την τιμήν του μαύρου και του λευκού άρτου. Αρκεί η αναίσχυντος ληστεία που υφίσταται το κοινόν δι’ όλα τα άλλα είδη της πρώτης ανάγκης. Αφήσατε το τουλάχιστον να χορταίνει ολίγο ψωμί.»
O Παύλος Καλαποθάκης συνεχίζει την επόμενη ημέρα, με το άρθρο «Μπαλταδιά στο καρβέλι». «Ο κ. υπουργός του Επισιτισμού και οι επιτελείς του, φαντάζονται ίσως ότι όλα τα παιδιά του λαού έχουν την ευτυχίαν να τρέφωνται με μπισκοτάκιακαι γάλα Νεστλέ και φαρίναι και βούτυρα και σοκολάτες και μέλι και ζουμί από κόττε, ώστε να κόψουν και αυτό το μάυρο ψωμί το οποίον 90% αποτελεί την κυριωτέραν, αν μην την μόνην των τροφήν!» (ΕΜΠΡΟΣ 31/1/1921).
Την 31/1/1921 συνεκροτήθη στη Θεσσαλονίκη εργατικό συλλαλητήριο κατά της ακρίβειας του βίου.
Στο μεταξύ, μετά από διαπραγματεύσεις του υπουργείου Επισιτισμού με τους ζωέμπορους και τους κρεοπώλες, αποφασίστηκε η αύξηση της τιμής του βοείου κρέατος κατά 40 λεπτά ανά οκά, χωρίς όμως να αλλάξει η εικόνα της αγοράς.
Όμως φήμες αναφέρουν την άρση των διατιμήσεων στα τρόφιμα. Ο Διευθυντής της Αστυνομίας Γάσπαρης διέψευσε τις φήμες κατηγορηματικά. «Απ’ εναντίας, η Κυβέρνησις αποβλέπει εις την μονιμοποίησιν του συστήματος των διατιμήσεων και επι των άλλων ειδών της πρώτης ανάγκης.» (ΕΜΠΡΟΣ 1/2/1921).
Φτάνουμε έτσι στο σημείο της στροφής 180 μοιρών.

Εργατικά στελέχη που φυλακίστηκαν για τα Φεβρουαριανά του Βόλου το 1921.

Την 2/2/1921 ο υπουργός Επισιτισμού Πρωτοπαπαδάκης με διαταγή του προς τους αστυνομικούς διευθυντές Αθηνών και Πειραιώς παρήγγειλε να καταργηθούν οι διατιμήσεις επι των τροφίμων. Η κατάργηση αυτή έγινε παρά την γνώμη του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, που ήταν βέβαιο για την επιτυχία των διατιμήσεων. Σε δηλώσεις του ο υπουργός Πρωτοπαπαδάκης ανέφερε ότι οι τιμές θα ρυθμισθούν από την ελεύθερη αγορά. Ευλόγως, ο Παύλος Καλαποθάκης σε σχετικό άρθρο του διερωτάται μήπως ήρθε η στιγμή να καταργηθεί το υπουργείο Επισιτισμού, το οποίο εξεπλήρωσε πλέον τον προορισμό του. (ΕΜΠΡΟΣ 3/2/1921).

Το ΕΜΠΡΟΣ την 7/2/1921 αναφέρει: «Το αρνάκι επωλήθη και χθες 14 δρχ. Ουκ ολίγοι δε το ηγόρασαν και με 16 και με 18 δραχμάς. Εξαιρετικώς χθες παρετηρήθη συγκέντρωσις αρκετών σφαγίων. Από της πρωίας υπήρχον εις 33 κρεοπωλεία της πόλεως προς πώλησιν 850 αρνιά, 56 βόες, 2 βούβαλοι, 6 αγελάδες, 25 μόσχοι 154 πρόβατα (περσινά), 287 ζυγούρια και 29 χοίροι.

Οι υψηλές τιμές για το αρνί παρουσιάζονται μόνο στην Αθήνα. Στην επαρχία πωλείται 7 – 8 δραχμές ανά οκά, σε ορισμένα δε κέντρα ακόμη φθηνότερα. Σημειώνεται δε ότι τον Ιανουάριο του 1920 η τιμή του αρνιού στην Αθήνα ήταν 10 δραχμές ανά οκά.(ΕΜΠΡΟΣ 8/2/1921).

Την 15/2/1921 πραγματοποιήθηκε στον Βόλο συλλαλητήριο κατά της ακρίβειας. Η συγκέντρωση έγινε μπροστά από τα γραφεία της Πανεργατικής (Δημητριάδος με Αλοννήσου σήμερα), με κύριους ομιλητές τους Αβραάμ Μπεναρόγια, φυσιογνωμία του συνδικαλιστικού κινήματος εκείνη την εποχή, από τη Θεσσαλονίκη, Θ. Αποστολίδη, γραμματέα της Πανεργατικής Ένωσης Βόλου, και Σπ. Σταυράκη καπνεργάτη, που αναφέρθηκαν στην υπερτίμηση του ψωμιού, στην αισχροκέρδεια και ζήτησαν να σταματήσουν οι πόλεμοι.
«Θέλουμε φθηνό ψωμί και δουλειά»
Σημειώθηκαν επεισόδια και συνελήφθησαν πάνω από 15 διαδηλωτές.