Οδησσός, Απρίλιος 1977

Τον Απρίλιο του 1977 επσκέφθηκα με συμφοιτητές μου την Οδησσό. Την εποχή εκείνη υπήρχε ακόμα η ΕΣΣΔ, και η Ουκρανία ήταν μία από τις σοβιετικές σοσιαλιστικές δημοκρατίες της.

Μέναμε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο λιμάνι, 8 κρεββάτια σε κάθε δωμάτιο.

Το πρωί που φτάσαμε με το τρένο από τη Μόσχα πήγαμε στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου και πήραμε πρωϊνο. Τσάι, ψωμί και τηγανητά ψάρια.

Μετά βγήκαμε για βόλτες.

Κάποιοι κατάφεραν και πούλησαν τα μπλου τζην και τα εσώρουχα τους στην μαύρη αγορά.

Η μέρα πέρασε γρήγορα.

Μετά από μια σύντομη ανάπαυση, βγήκαμε για βραδινό περίπατο.

Κάποιος έμαθε ότι στο μπαρ ενός ξενοδοχείου έμπαινες μόνο αν είχες δολλάρια, και με ένα καλό φίλο πήγαμε να εκεί να πιούμε ένα ποτό.

Το μπαρ ήταν στον τελευταίο όροφο, και είχε ωραία θέα.

Η πελατεία περιορισμένη.

Στο διπλανό τραπέζι ήτανε δύο γυναίκες και ένας άντρας.

Από τα ακούσματα κατάλαβα ότι ήταν Γερμανός, και μάλιστα τύφλα στο μεθύσι.

Ανταλλάξαμε ματιές με τις γυναίκες που ήταν χαμογελαστές και όμορφες. Ο Γερμανός δεν καταλάβαινε τίποτε.

Μετά από κάμποσο χρόνο σηκώθηκαν να φύγουν. Μία από τις γυναίκες ήρθε στο τραπέζι μας και μας είπε ότι πάνε τον Γερμανό στο δωμάτιο του και θα επιστρέψουν να καθίσουν μαζί μας.

Όπερ και εγένετο.

Αφού ήπιαμε τον άμπακο οι δυό γυναίκες μας πήρανε από το χέρι τον φίλο μου τον Κ κι εμένα και μας πήγανε σε ένα διαμέρισμα στα προάστια, σε κάτι τεράστιες πολυκατοικίες που ήσαν όλες οι ίδιες.

Μόλις μπήκαμε στο διαμέρισμα, γυρνάω και ρωτάω τον Κ “έχεις κ@πότες;” Η μία γυναίκα με άκουσε, και με αυστηρό ύφος μου απάντησε “είμαστε καθαρές, δεν χρειάζεστε κ@πότες”.

Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ότι ήξερε αυτή τη λέξη, αλλά δεν το σχολίασα.

Όλα αυτά όμως απεδείχθησαν περιττά, αφού δεν προλάβαμε να αφαιρέσουμε τα ιμάτια μας και οι γυναίκες κατέρρευσαν από το ποτό και το ξενύχτι.

Θυμάμαι όμως ότι η σάρκα τους ήταν αλαβάστρινη, και μοσχομύριζαν. Ένας μαστός είχε σφηνωθεί ανάμεσα στο αριστερό μου μάγουλο και την κλείδα, κάτι σαν μαξιλάρι. Έτσι έμεινε ολόκληρη τη λειψή νύχτα.

Αξημέρωτα στις 5 το πρωί, σαν να είχανε εσωτερικό ξυπνητήρι, οι γυναίκες ξύπνησαν, ντύθηκαν, και αφού μας πρόσφεραν ένα τσάι μας οδήγησαν σε μια στάση λεωφορείου.

Κατέβηκαν σε ένα τεράστιο νοσοκομείο, και μας είπαν ότι το κέντρο της πόλης ήταν λίγες στάσεις μετά.

Φιληθήκαμε και τις αποχωριστήκαμε.

Στο ξενοδοχείο μας μόλις είχε αρχίσει το σερβις του πρωινού.